Αλόννησος από ψηλά!


Οι Σποράδες είναι υπέροχες! Η Αλόννησος κι αυτή μοναδική
Και το airphotos.gr μακράν ένα από τα ομορφότερα sites στο ελληνικό κομμάτι του παγκόσμιου ιστού!
Alonissos island (Sporades, Greece) pictures from above!
1,2: Λουκάς Νικόλαος
3. Μπίρης Κυπριανός


ΠΗΓΗ: GREEK PIC
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες εδώ:http://www.airphotos.gr

Share on Facebook

Χαλκιδική: Άγνωστο Πρώτο Πόδι…

Ομολογώ ότι στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής, πάω πια σπάνια, όταν βαθαίνει το καλοκαίρι! Αυτό το σαββατοκύριακο, είχα την τύχη να βρεθώ σε ένα από τα πιο όμορφα σημεία της Κασσάνδρας, λίγο μετά το Παλιούρι! Και με ξεναγό τον φίλο Ακρίτα, γνώρισα κάποια μέρη, εκεί στην πατούσα του πρώτου ποδιού που δεν τα είχα δει ποτέ (αφού σε μερικά σημεία μπορείς μετά βίας να διακρίνεις ότι υπάρχει κάτι σαν δρόμος). Να μερικές από τις πολλές φωτογραφίες που αποκατέστησαν την εικόνα μου για την Κασσάνδρα

Share on Facebook

Θεσσαλονίκη από ψηλά!

Μερικές αεροφωτογραφίες της Θεσσαλονίκης, από το πραγματικά υπέροχο site www.airphotos.gr όπου πιλότοι, αναρτούν φωτογραφίες από την Ελλάδα, απλά για την προβολή της αφιλοκερδώς!
1,2. Χατζόπουλος Τάσος
3. Ρωσσίδης Κώστας
4. Μέγαρο Μουσικής – φωτο  Ποργιάζης Βασίλης


ΠΗΓΗ: Greek Pic
Share on Facebook

Βαρκελώνη, καπναπαγόρευση και άλλα ανθρώπινα… a fiction story


Η σφυρίχτρα του φύλακα της Caza Mila σφύριξε τρεις φορές. Αυτό σε γενικές γραμμές σήμαινε ότι έπρεπε να ξεκουμπιστώ ακριβώς εκείνη τη στιγμή, χωρίς καμία περαιτέρω καθυστέρηση. Εξάλλου ήμουν ο τελευταίος που είχα απομείνει στην ταράτσα. Οι τελευταίοι τουρίστες είχαν συμμορφωθεί με το αμέσως προηγούμενο σφύριγμα, περίπου δέκα δευτερόλεπτα νωρίτερα.

Mόνο που εγώ δεν ήμουν τουρίστας. Η δημοσιογραφική μου ιδιότητα και κάρτα άφησε παγερά αδιάφορο τον ανίκανο να επικοινωνήσει σε άλλη γλώσσα – εκτός της μητρικής του – φύλακα. Δυστυχώς έπρεπε να ξαναπεράσω την επομένη για να σκανάρω τα υπόλοιπα σημειώματα που είχανε σκαλίσει, διάφοροι ερωτευμένοι πάνω στον σοβά των περίτεχνων καμινάδων. Ήταν ένα από τα θέματα που έπρεπε να φέρω μαζί μου πίσω στην πατρίδα. Αυτή η άθλια ταπετσαρία σκαλιστών μηνυμάτων στις καμινάδες του αριστουργήματος του Gaudi. Θέμα μείζον στην Unesco, σχετικά με την καταστροφή της παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά ταυτόχρονα θέμα προσοδοφόρο για το υπουργείο πολιτισμού της Ισπανίας που στο αντίτιμο του εισιτηρίου για την Caza Mila συμπεριλάμβανε κι αυτόν τον μικρό, αλλά γοητευτικό – γι αυτούς – βανδαλισμό. Η αλήθεια είναι πως η παρατεταμένη οικονομική ύφεση στην Ευρώπη, πολλές φορές δεν άφηνε περιθώρια για ρομαντισμούς. Μάζεψα τα ζιμπράγκαλά μου και χαιρέτισα τον φύλακα. Εξάλλου είχα σκάσει από ώρα για ένα τσιγάρο, πράγμα που αναπόφευκτα θα με οδηγούσε στη Rambla. Γιατί αυτό; Σωστά, οφείλω μια εξήγηση:


Η Rambla λοιπόν
, ο γνωστός πεζόδρομος στο κέντρο της Βαρκελώνης, ήταν ο μόνος τόπος σε αυτή την πόλη όπου επιτρεπότανε το κάπνισμα. Αυτό συνέβαινε σε όλες τις πόλεις εδώ και χρόνια. Είχανε χτιστεί, σε όλο τον κόσμο, ειδικά κουτιά – δωμάτιa σαν τις τουαλέτες δρόμου ένα πράγμα, για να μπαίνουν μέσα και να καπνίζουν τα χαρμάνια. Αυτή – η Βαρκελώνη – είχε το προνόμιο να διαθέτει όλον τον πεζόδρομο της Rambla για αυτή τη χρήση. Και όπως ήταν φυσικό, γινόταν ένα εντυπωσιακό πανηγύρι όλη μέρα εκεί. Κάτι στο οποίο η συγκεκριμένη περιοχή ήταν συνηθισμένη από τα χρόνια που μάζευε φρικιά, τουρίστες, ζογκλέρ, χορευτές, ζωντανά αγάλματα, πουτάνες, τραβεστί και κάθε άλλο είδος ελεύθερων περιπλανώμενων. Τώρα υπήρχαν όλοι οι παραπάνω συν όλα τα χαρμάνια της Καταλονίας, συν όλους τους χαρμάνηδες τουρίστες της Καταλονίας, συν όλους εκείνους που είχανε τέλος πάντων κάποια δουλειά σ΄ αυτή την περιοχή και τύχαινε να είναι καπνιστές. Το θέαμα τη νύχτα, από κάποιο ψηλό σημείο της πόλης ήταν εντυπωσιακό. Η περιοχή φαινόταν από χιλιόμετρα μακριά σαν ένα φωτεινό σύννεφο. Αποτέλεσμα βέβαια αυτού, ήτανε να έχει η Βαρκελώνη δυσμενείς ταξιδιωτικές οδηγίες από τα τουριστικά γραφεία – κυρίως της Αμερικής – αλλά αυτό σε γενικές γραμμές δεν αποτελούσε πρόβλημα, απεναντίας θα έλεγα, για τον τουρισμό, μιας και οι νικοτηνάκηδες αυτού του κόσμου ήταν υπέρ αρκετοί για να συντηρήσουν τουριστικά την περιοχή. Υπήρχαν μάλιστα πλούσιοι που μένανε πια σχεδόν μόνιμα στα ξενοδοχεία της περιοχής, όπου η γη ήτανε πια μια από τις πιο ακριβές του πλανήτη.


Μεγάλη μπίζνα η Βαρκελώνη
. Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της πόλης προέρχονταν τελικά από τον καπνιστό τουρισμό. Αυτό σαφώς θα μπορούσε να έχει γίνει και στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ήταν από τις λίγες χώρες στον κόσμο που τα σχέδια για αποκαπνοποίηση δεν κατάφεραν ποτέ να εφαρμοστούν. Και η Ελλάδα, όπως πάντα δεν κατάφερε να το εκμεταλλευτεί. Ενώ θα μπορούσε να έχει μετατραπεί σε έναν παγκόσμιο παράδεισο καπνιστών, άφησε για άλλη μια φορά την ευκαιρία να πηδήξει σε διπλανές χώρες όπως η Τουρκία και μερικές από τις πρώην Γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι της παρούσης να σχολιάσουμε σε αυτό εδώ το σύγγραμμα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη αυτό. Ωστόσο ανήσυχα ελληνικά πνεύματα υπήρχαν παντού. Για παράδειγμα, ο Σταύρος ο Κολοσσός ήτανε ένας κτηνώδης ροδίτης, κοντά στα εκατόν εξήντα κιλά και δίμετρος. Είχε χρόνια στην Βαρκελώνη, από πιτσιρικάς. Είχε έρθει για διακοπές, κόλλησε με μια γκόμενα τη Λούρντες που δούλευε σε ένα από τα τουριστικά μπαρ στο Mare Magnum και είπε να την πέσει λίγο καιρό.

Κατόπιν είδε ότι σε αυτή την πόλη μπορείς να βγάλεις λεφτά με οποιονδήποτε τρόπο σου καπνίσει και για κάνα δυό χρόνια έκανε κι αυτός το ζωντανό άγαλμα στη Rambla. Μόνο που αυτός σαν έλληνας είχε καλύτερη έμπνευση. Ήτανε ντυμένος κουράδα – έτσι δεν κουραζότανε κι όλας – και είχε γύρω του μέχρι και μερικές ηλεκτρικές μυγούλες για το εφέ της υπόθεσης. Έτσι μάζευε όλο το χρήμα. Έσκαγε και πέντε φράγκα στην ρωσική μαφία για να μη του τα πρήζουν και όλα καλά. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ρεμάλια αυτής της πόλης που τρώγανε αμέσως τα κέρδη τους σε ξίδια και πούρα, ο Σταύρος κατόρθωσε να φτιάξει ένα καλό μασούρι. Κι όταν τον βρήκε η παγκόσμια καπναπαγόρευση, τον βρήκε και η καλύτερη ιδέα: Δεδομένου ότι όλες οι ασφαλιστικές εταιρείες είχαν αποκλείσει από πελάτες τους όσους είχαν την έμπνευση να καπνίζουν και τα κρατικά ασφαλιστικά ταμεία και ιδρύματα ήταν από καιρό παρελθόν, οι καπνιστές ήταν αποκλεισμένοι σε ότι αφορά τους τομείς της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και της συνταξιοδότησης. Ο Σταύρος λοιπόν ήταν ο πρώτος που ίδρυσε μια ασφαλιστική εταιρεία αποκλειστικά για καπνιστές, την Tar Insurance, και όπως είναι φυσικό έγινε μέσα σε λίγο καιρό εκατομμυριούχος! Είχα ραντεβού με τον Σταύρο, ήταν το δεύτερο θέμα που θα έφερνα στην πατρίδα.

Έκανα στα πεταχτά τρία τέσσερα τσιγάρα και μπουκάρισα σε ένα λαθραίο ταξί για να με πετάξει μέχρι το ραντεβού. Ο Σταύρος, που λέτε, καθότανε στο Les Caracoles, ένα εξειδικευμένων γεύσεων πανάκριβο εστιατόριο, που είχε ξεκινήσει από παλιά κάπου στην Plaza Reyal, αλλά τώρα είχε υποκαταστήματα σε όλα τα γαμάτα σημεία της πόλης. Το συγκεκριμένο, στο οποίο καθότανε ο Σταύρος με τους αυλικούς του, ήτανε στο πάρκο Guell, το γνωστό πάρκο που είχε σχεδιάσει ο Gaudi. Για την ακρίβεια ήταν εγκατεστημένο στο υπόστεγο με τις κολόνες. Οι ψησταριές και η κουζίνα αυτή την εποχή ήταν ακόμη υπαίθριες, δεξιά και αριστερά από τις σκάλες και το θέαμα καθώς ανέβαινες ήταν άκρως εντυπωσιακό. Ζωντανοί αστακοί γινότανε πυροτεχνήματα μέσα σε σύννεφα ψεκασμού με ασετόν, καπνιστά χοιρομέρια πανάρονταν μέσα σε σκάφες με φρυγανιά και σαλιγκάρια, κοτόπουλα παραγεμισμένα με παστό μπακαλιάρο φέρνανε την υπ΄ αριθμόν 3.266 στροφή τους στη σούβλα πριν καταλήξουν στο παχύ έντερο κάποιου σαπιοκοιλιά επιχειρηματία ή ντόπιου παράγοντα. Ο μονίμως μουτρωμένος μετρ μου πρότεινε να καθίσω σε μια καρέκλα, απέναντι από τον Σταύρο. Ο Σταύρος μου χαμογέλασε, σερβίροντας μου κρασί.

-«Καλώς ήρθατε αγαπητέ!» –
«Καλώς σας βρήκα…»
-«Σας έφερα εδώ για να δείτε πως αυτό που αναφέρατε το πρωί, στο τηλέφωνο, ως ιεροσυλία έχει πάψει να υφίσταται ως όρος εδώ και πολλά χρόνια…»
-«Μα, εστιατόριο στο πάρκο που σχεδίασε ο αείμνηστος;…»
-«Εστιατόριο στο πάρκο του Gaudi, γιατί όχι; Δεν πρέπει να έχει χρήση ένας χώρος, μόνο και μόνο επειδή είναι όμορφος;»
-«Ε, δεν είναι ακριβώς έτσι… Αν είναι, να αρχίσουμε να κάνουμε και στην Ακρόπολη psycho parties!»
-«Άσχημα θα ήταν; Δέκα εκατομμύρια τρελαμένα πιτσιρίκια το χρόνο, φρέσκος τουρισμός με μια κίνηση. Γι αυτό δεν πάτε μπροστά στην Ελλάδα. Είστε ακόμη κολλημένοι σε έναν στείρο σεβασμό προς την παράδοση, προς τις αξίες … μα ποιες αξίες; Ο κόσμος πρέπει να προχωράει μπροστά!»
-«Μα, χαλώντας τα έργα των παρελθόντων πολιτισμών;»
Τα έργα στα οποία αναφέρεστε πρέπει να συνεχίσουν τη δημιουργική τους διαδρομή μέσα στο χώρο των φάσεων,… μέσα στον χρόνο για να μη σας μπερδεύω. Αλλιώς, είναι νεκροταφεία των πολιτισμών και τα νεκροταφεία είναι πολύ άσχημο θέαμα, δε συμφωνείτε;»
-«Ε, όπως τα λέτε…»
-«Αν δεν κάνω λάθος, εκεί στην Ελλάδα διατηρείτε ακόμη κάτι βλακείες σαν τα λαδάδικα, στη Θεσσαλονίκη, την Πλάκα, στην Αθήνα και μερικά μνημεία κλειστά ή με μίζερες χρήσεις, μουσειακές κυρίως… δεν είναι αστείο;»

Ομολογώ ότι ήμουν πολύ κοντά στις απόψεις του Σταύρου του Κολοσσού
, αλλά δε είχα τολμήσει ποτέ ως τώρα να τις εκφράσω δημόσια. Έτσι, δέχτηκα με χαρά την οικονομική του πρόταση, με αντάλλαγμα να φτιάξω τη δημόσια εικόνα του στην Ελλάδα. Στόχος του φυσικά μερικές επενδύσεις, σχετικά με τη δημιουργική επανάχρηση γνωστών μνημείων. Αν όλα πηγαίνανε καλά, θα με περίμενε μια θέση καλλιτεχνικού διευθυντή στο Μαντείο των Δελφών. Αν πάλι το project σκάλωνε στην αρτηριοσκλήρυνση των πολιτικών στην Ελλάδα, μια θέση αγάλματος στη Ramblas είναι πάντα μια αρχή…

Share on Facebook

Jazz is Paris!

Η προβολή τελείωσε. Βγήκα από τον Α.Μ.Ο.Κ. (Απελπιστικά Mεγάλο
Ολογραφικό Κινηματογράφο), ψάχνοντας τα τσιγάρα μου μέσα σε κάποια από
τις εσωτερικές τσέπες, καθώς προχωρούσα στον υπαίθριο χώρο της La Villete. Κοίταξα πίσω μου. Η καθρέφτινη σφαίρα του παλιού La Geode,
έμοιαζε να έχει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, από τότε που
κατασκευάστηκε ο Α.Μ.Ο.Κ., τριπλάσιος σε μέγεθος και προκλητικά
κατακόκκινος. Στο La Geode είχαν μείνει – για ιστορικούς λόγους – κάτι παλιές προβολές Imax,
ενώ στον καινούριο ήταν τώρα όλα τα λεφτά. Το θέαμα ήταν πραγματικά
πρωτόγνωρο και εκκωφαντικά εντυπωσιακό. Μόνο που τα ντοκιμαντέρ που
είχα επιλέξει να δω, βγήκαν εξαιρετική κουκούλα: Μύκητες και βακτήρια στην εποχή των παγετώνων και η μυθολογία της αμοιβάδας.
Καμιά φορά η μανία μου για την επιστημονική γνώση με φέρνει σε πολύ
δύσκολη θέση. Θυμήθηκα άλλη μία φορά που είχα πάει να παρακολουθήσω ένα
συνέδριο στο Κεμπέκ, σχετικά με τη μηδενική πιθανότητα αναπαραγωγής μονοκύτταρων οργανισμών στη διαστημική ζώνη Van Allen,
Μεγάλη πατάτα… Γενικά, μπορώ να πω ότι οι πιθανότητες να πετύχω μάπα
επιστημονική δραστηριότητα είναι μία στις τρεις με τάση να γίνει μία
στις δύο, τον τελευταίο καιρό. Κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα μετά από
πολλά χρόνια ενασχόλησης με το άθλημα.

Ωστόσο,
η επιστήμη εξακολουθεί να είναι το πάθος μου. Όλο τον ελεύθερο χρόνο
μου τον σπαταλάω εδώ και καιρό σε ένα γενικότερο ψάξιμο με την
επιστήμη. Όχι μόνο τον χρόνο μου άλλα και το χρήμα μου. Κι αν σκεφτεί
κανείς ότι ο χρόνος είναι χρήμα, το κυνήγι επιστημονικών δραστηριοτήτων
ανά τον κόσμο, είναι μια εντελώς πολυέξοδη και ασύμφορη δραστηριότητα.

Εν
πάση περιπτώσει, αυτή τη φορά ήμουν καλεσμένος στο Παρίσι. Ως ένας από
τους ιδρυτές των Επώνυμων Αλκοολικών – και νυν αποτοξινωμένος – είχα
την τύχη να με καλέσει ο φαρμακευτικός σύλλογος της Γαλλίας για μια
πολύ σημαντική παρουσίαση.

«Η
φετινή γιορτή για τη νέα σοδιά του Μποζολέ Νουβό θα είναι η αρχή για τη
νέα εποχή στα ήθη και τα έθιμα της οινοποσίας. Οι νέες τεχνολογίες
έχουν επιτυχώς εισαχθεί και στην παραγωγή κρασιού. Πιείτε άφοβα μέχρι
σκασμού
!
» , έλεγε το δελτίο τύπου με την πρόσκληση.

Έπρεπε να κατέβω σε ένα από τα τρία σημεία όπου γινόταν η παρουσίαση. Τα καφέ της Μονμάρτρης, τα μπιστρό του St Germain
ή τα μπαράκια της Βαστίλης. Επειδή η αναποφασιστικότητα είναι ένα από
τα κύρια και καίρια σημεία της προσωπικότητάς μου, έπρεπε να βρω έναν
τρόπο ώστε να αποφασίσω που θα πάω. Έβγαλα ένα νόμισμα: Κορώνα Βαστίλη
– γράμματα Μονμάρτρη… Μαλακία! Γιατί να μην έχουν τρεις όψεις τα
νομίσματα; Σκέφτηκα να το πάω με ποδοσφαιρική μέθοδο: Θα έπαιζα πρώτα
τις δύο περιπτώσεις και αυτή που θα κέρδιζε θα πήγαινε στον τελικό με
την τρίτη. Έτσι κι έγινε… Κέρδισε η Βαστίλη, κατέβηκα στο μετρό και
ξεκίνησα προς τα εκεί. Τα κανα δυό λεπτά της διαδρομής πέρασαν
ευχάριστα παρακολουθώντας δύο από τους σεκιουρητάδες του μετρό να
προσπαθούν να ψήσουν έναν εξαιρετικά φάλτσο άστεγο, να σταματήσει την
προσπάθεια να τραγουδήσει Αζναβούρ και να κατέβει από τον συρμό.

Ξαναβγήκα στην επιφάνεια της γης.
Ασυνήθιστα μεγάλη κίνηση. Κι ασυνήθιστη αισθητικά. Το ποσοστό των
διαφόρων φυλών που σύχναζαν στην περιοχή είχε μειωθεί δραματικά προς
όφελος ενός μεγάλου πληθυσμού σινιέ τεχνοκρατών και executive
ταγεράτων κυριών. Σκέφτηκα ότι μάλλον είναι πρόβλημα της συγκεκριμένης
ημέρας και προσπάθησα να ψαχτώ για κανένα από τα μπαράκια που είχα πάει
παλιότερα. Έτσι χώθηκα στο πλήθος.

Σε όλα τα μαγαζιά υπήρχε ένα διαφημιστικό stand
με συμπαθείς νεαρές μέσα σε πορφυρές ενδυμασίες. Πλησίασα μία για να δω
τι θα συμβεί. Η κοπελίτσα με χαρά μου έδωσε δύο φακελάκια με κάτι
κόκκινες παστίλιες που γράφανε επάνω Μποζολέ Νουβό, ένα ποτήρι
νερό και μου είπε κάτι στα γαλλικά. Φυσικά δεν κατάλαβα τίποτα, της
πέταξα κι εγώ κάτι ουί, Λεκορμπιζιέ, Ζακ Υβ Κουστώ και άρχισα να
διαβάζω τις οδηγίες στο φακελάκι, που ευτυχώς υπήρχαν και στα αγγλικά.

Η περιβόητη καινοτομία, λοιπόν, ήταν η παρασκευή των κρασιών
σε συμπυκνωμένη μορφή αναβράζουσας παστίλιας με ελεγχόμενη (!) δράση.
Το τελευταίο σημαίνει – εξηγούσε παρακάτω – ότι το παρασκεύασμα, αφού
διαλυθεί στο νερό γίνεται κρασί, περιέχει όμως έναν παράγοντα που
ελέγχει την ποσότητα αλκοόλης στο αίμα και από ένα σημείο και πέρα, τη
διασπά με αποτέλεσμα να μην καταφέρνεις να μεθύσεις. Σα να λέμε ότι το
κρασί αυτολογοκρίνεται δηλαδή! Η περιεκτικότητά του βέβαια σε κάτι
πρόσθετες βιταμίνες, αντιοξειδωτικά και μεταλλικά άλατα, ήταν
δευτερευούσης σημασίας. Το έξυπνο κρασί! Smart Wine!
Έτσι πρέπει να το ονομάσουν, σκέφτηκα και μετά ανατρίχιασα με τη σκέψη
μου. Ανατρίχιασα διότι ήμουν ήδη οργισμένος από τη νέα αυτή μορφή
καταστολής της ελεύθερης διαχείρισης του ψυχικού μας κόσμου και παρόλα
αυτά σκέφτηκα σα διαφημιστής – δραστηριότητα που ποτέ δεν εγκατέλειψα
άλλωστε οριστικά – όπως ακριβώς ποτέ δεν εγκατέλειψα και την επιστήμη.
Είμαι ελεεινός, ξανασκέφτηκα. Σκέφτομαι θετικές προσεγγίσεις για τα
πράγματα που μισώ. Είμαι άρρωστος, i m learning to love the things that I hate, που τραγουδoύσανε κάποτε κι οι New Model Army. Ή Je suis malade, που λένε και οι γάλλοι…

Γύρισα μέσα στην τσατίλα προς ένα από τα κοριτσάκια με την πορφυρή ενδυμασία:
«Θα σπάσω την αποτοξίνωσή μου!», της φώναξα «…δε θα περάσει ο
φασισμός!». Αυτή μου απάντησε κάτι παρντόν, Ντελακρουά, Ζακ Σιράκ και
τέτοια.

Σηκώθηκα κι έφυγα με τα πόδια προς το ποτάμι, καπνίζοντας και απολαμβάνοντας την καταχνιά. Σταμάτησα στην Pont Neuf σε έναν πλανόδιο τύπο με κρεμασμένο snack bar
στους ώμους και ψώνισα ένα κονιάκ και μια κρέπα με μανιτάρια. Συνέχισα
παράλληλα με τις όχθες του Σηκουάνα, πότε στη δεξιά και πότε στην
αριστερή όχθη. Σκεφτόμουν πως τελικά ίσως και να έπρεπε να παρατήσω την
επιστήμη. Όσο περνάει ο καιρός τόσο χειρότερη γίνεται και πιο
απάνθρωπη. Άκου ευνουχισμένο κρασί!… Θα τρίζουν τα κόκαλα των προγόνων
μας… Σταμάτησα στο Τροκαντερό δίπλα σε κάτι ζευγάρια που βγαίνανε
φωτογραφίες με φόντο τον πύργο. Το κονιάκ είχε τελειώσει και με μια
καθόλου μα καθόλου πολιτικά ορθή κίνηση πέταξα το μπουκάλι στα νερά του
σιντριβανιού από κάτω. Με κοίταξαν έκπληκτοι, τους κοίταξα
περιφρονητικά και κατηφόρισα την πλατεία προς τον πύργο. Σκέφτηκα να
ανέβω επάνω να χαζέψω λίγο τους μηχανισμούς από τα ασανσέρ. Λίγη ρετρό,
ακίνδυνη τεχνολογία μου χρειαζόταν…

Share on Facebook

Red Light District… (in the port of Amsterdam)

 

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την πρώτη επίσκεψή μου στο Άμστερνταμ. Παρεμβλήθηκαν κι άλλες μέχρι τη σημερινή. Τόσες όσες χρειάστηκαν για να πειστώ ότι δε θα τύχει να δω ποτέ ήλιο σε αυτή την πόλη. Τόσες ώστε να πάθει ο εγκέφαλός μου αυτό το special effect που παθαίνει εδώ. Το οπτικό αυτό εφέ που, ενώ μέχρι να φτάσεις στο Άμστερνταμ τα μάτια σου βλέπουν όλο το ορατό φάσμα συχνοτήτων – κοινώς χρώματα – με το που φτάνεις πιστεύεις ότι βλέπεις σέπια, σχεδόν ασπρόμαυρα. Η υγρασία και τα χρώματα των κτιρίων είναι οι κύριοι καταλύτες για τη δημιουργία αυτής της εικόνας. Τα πάντα γκρι…

Έφτασα λοιπόν και πάλι στο Άμστερνταμ. Το Τ.Υ.Υ.Τ. (τραίνο υπερβολικά υψηλής ταχύτητας) σταμάτησε απαλά στον σταθμό και η σήραγγα χαμηλής πίεσης μέσα στην οποία κινούνταν αποσυμπιέστηκε και άνοιξε για να βγούμε. Προτίμησα να πάρω το Τ.Υ.Υ.Τ. το οποίο έκανε από την Κολονία μόλις 20 λεπτά. Έχασα βέβαια τη διαδρομή, αλλά τη διαδρομή την είχα ξαναδεί. Είχα όρεξη να βάλω τον πειραγμένο μου εγκέφαλο σε άλλο παιχνίδι.

Στα ταξίδια με γρήγορα μέσα μαζικής μεταφοράς, νιώθω τον εγκέφαλό μου να θέλει να μείνει στην αρχική του θέση. Κάτι σαν την αδράνεια που λέγαμε στη φυσική. Και σε λίγο αρχίζει να ανακατεύει τις φοβίες του με την ειδική θεωρία της σχετικότητας. Με το που ξεκινάει ένα αεροπλάνο ή ένα Τρένο Υπερβολικά Υψηλής Ταχύτητας να επιταχύνει, ενώ είμαι μέσα, σκέφτομαι ταυτόχρονα:

Ότι αυτό είναι καλό γιατί η ταχύτητα ροής του χρόνου μειώνεται όσο αυξάνει η ταχύτητα, άρα μένω νεώτερος όταν ταξιδεύω με μεγάλες ταχύτητες. Σκέφτομαι όμως και ότι η μάζα μου μεταβάλλεται αντιστρόφως ανάλογα με την ταχύτητα και τότε γίνεται της πουτάνας. Με πιάνει ένας φοβερός πανικός. Βλέπω την εικόνα μου να συρρικνώνεται και να καταλήγω ένας μηδαμινός κρεάτινος σβώλος, κάτι σαν κρεατοελιά δηλαδή που μετά το τέλος του ταξιδιού θα την πετάξει η καθαρίστρια από την θέση μαζί με άλλα βρωμερά, πλην όμως μεγαλύτερα αντικείμενα. Δεν είναι και το πιο ευχάριστο συναίσθημα αυτό για τον μέσο όρο, αλλά περί ορέξεως…

Βγήκα από τον σταθμό και βασιζόμενος στον αυτόματο πιλότο του μυαλού μου κατευθύνθηκα και κάθισα να ξελαμπικάρω σε ένα ωραίο κρασάδικο κάπου σε ένα στενό κοντά στην Nieuwendijk.

Ήπια δυό νοτιοαφρικάνικα κόκκινα merlot, εξαφάνισα από προσώπου γης ένα φιλέτο Στρογκανώφ και έτοιμος πια να αντιμετωπίσω τον κόσμο, ξεκίνησα για το Red Light District.

Το σκηνικό ήταν όπως το θυμόμουν από την τελευταία φορά πριν πολλά χρόνια, αλλά ήθελα να δω με τα μάτια μου την εξέλιξη.

Η έλλειψη σεξουαλικής επαφής είχε γίνει εδώ και καιρό, μακράν το νούμερο ένα πρόβλημα στον πολιτισμένο κόσμο. Το άγχος της επιβίωσης, η έλλειψη προοπτικής αλλά και μια μόδα που είχε αναγάγει σε τέχνη και ύψιστη αξία την αφυλία και την ασεξουαλικότητα είχε καταρρακώσει την έννοια του σαρκικού έρωτα και είχε φτάσει στα ύψη την υπογεννητικότητα.

Η Ολλανδία, πάντα πρωτοπόρα, είχε προχωρήσει σε μέτρα εντυπωσιακά! Το ολλανδικό κράτος χρηματοδοτούσε τις πόρνες και τους πόρνους του Red Light District με αποτέλεσμα η επαφή μαζί τους να είναι δωρεάν. Το μέτρο αυτό προσπαθούσε να ανατρέψει το κλίμα και να θυμίσει στον κόσμο την χαμένη ηδονή.

Παραδόξως, ήμουν από αυτούς – ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού – που εξακολουθούσαν να έχουν ορέξεις. Ένας περιθωριακός. Ένα μίασμα για τον κοινωνικό μου περίγυρο. Είχα φάει μέχρι και βρομόξυλο από μια ομάδα σκληροπυρηνικών εγχειρισμένων άφυλων, όταν με πιάσανε μια μέρα στην Τσιμισκή να κουβαλάω μια παλιά αγαπημένη μου τσόντα καθ οδόν προς το σπίτι. Μου σπάσανε το DVD, τις έφαγα κι έμεινα και ανικανοποίητος. Έτσι είπα να την κοπανήσω στο εξωτερικό, εδώ που τα πράγματα είναι λίγο πιο ελαστικά για εμάς τους ενεργούς και να το κάνω μέχρι να σκάσω!

Εξάλλου ήτανε και μια πολύ καλή ευκαιρία να πάω με πουτάνα, πράγμα του οποίου η έλλειψη ήταν βαρύ φορτίο στην ψυχή μου όλα αυτά τα χρόνια. Τέτοιος πορνόμυαλος και να μην έχεις κάνει πληρωμένο σεξ (πληρωμένο επί τούτου, δηλαδή, γιατί τις μη πουτάνες τις πληρώνεις συνήθως ακριβότερα…); Ήταν η απορία φίλων και γνωστών τα παλιά εκείνα χρόνια… Και η αλήθεια ήταν αυτή.

Χώθηκα στα αγαπημένα μου στενά. Είχα περάσει πολλές φορές από εδώ, πάντα για μάτι και χαβαλέ. Χωρίς καμία πρόθεση να μπω. Σήμερα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ήμουν αποφασισμένος.

Η πρώτη βιτρίνα περιείχε μια τύπισσα – κατ εικόνα και καθ ομοίωση – τηλεπαρουσιάστριας δεκαετίας 80, κάτι μεταξύ Ραφαέλας Καρά και κέρινου ομοιώματος. Όχι ό,τι καλύτερο για να μπω στη διαδικασία. Άναψα ένα τσιγάρο και προχώρησα. Μια φανταρίνα με ζαρτιέρες παραλλαγής ήταν η επόμενη από δεξιά, ενώ στην αριστερή μεριά του δρόμου οι δυό πρώτες βιτρίνες ήτανε καλά σκεπασμένες από την κουρτίνα. Να μη τα πολυλογώ, φιλοξένησα στο οπτικό μου πεδίο διάφορα είδη – ευγενούς κατά τα άλλα – προσπάθειας να προκαλέσουν τη σεξουαλικότητά μου. Στις βιτρίνες γινόταν ένα απίστευτο παιχνίδι πρόκλησης φαντασιώσεων. Οι κατασκευαστές καρναβαλίστικων στολών πρέπει να κάνουν χρυσές δουλειές εδώ, σκέφτηκα. Πόρνες πρότυπα: δασκάλες, νοικοκυρές, μπατσίνες, καλόγριες, oldies but goodies, καθαρίστριες, μοδίστρες, μέχρι και χημικοί μηχανικοί! Αν έχεις βίτσιο να εκσπερματώνεις σε δοκιμαστικό σωλήνα. Άρε ξάδερφε… σκέφτηκα το ξαδερφάκι μου που είχε μεγάλο κόλλημα με τα επαγγέλματα στο σεξ. Τα σκετς ήταν η αγαπημένη του δραστηριότητα.

Προσπάθησα κι εγώ να συγκεντρωθώ. Με ποιο είδος γυναίκας είχα άραγε μεγαλύτερο απωθημένο; Χρειαζόμουν μια αφετηρία… Χάζευα τις βιτρίνες κι έψαχνα βαθιά στα χρονοντούλαπα της μνήμης μου, μέχρι που την είδα μπροστά μου. Μπροστά μου και πάνω μου. Σε έναν ημιώροφο, όχι στις συνηθισμένες βιτρίνες, ξανθιά, πανέμορφη, κατάλευκη, ανατολικών προδιαγραφών με ιδανικές αναλογίες. Απλά πράγματα! Δεν ήταν ντυμένη ούτε υπηρέτρια, ούτε μπετατζής. Δεν ήταν ντυμένη αμερικάνα αγρότισσα ούτε μοντέλο του Gucci. Για την ακρίβεια δεν ήταν ντυμένη καθόλου! Ήταν μια γυμνή πόρνη. Μια σταγόνα ιδρώτας έτρεξε στο μάγουλό μου, παρ όλη την παγωνιά. Πριν προλάβει να παγώσει την έγλυψα με την άκρη της γλώσσας. «Αυτό είναι!», σκέφτηκα, «…με «πουτάνα» δεν έχω πάει! Εικόνα πουτάνας χρειάζομαι… Όχι νοικοκυράς ή νοσοκόμας…». Της έκανα νόημα και με δέχτηκε με χαρά. Ανέβηκα τη στραβοχυμένη σκάλα και μου άνοιξε. Μου είπε γεια σε αρκετές γλώσσες μέχρι να βρούμε μια δυό που να μας αρκούν, ώστε να συνεννοηθούμε. Κέρασε ένα Glu Wein, και μου έκανε νόημα πως είναι …«δυναμωτικό». Σίγουρα με είχε περάσει για έναν από όλους αυτούς που προσπαθούν να επανακτήσουν τη σεξουαλικότητά τους. Της έπιασα την κουβέντα, σχετικά με το θέμα, μιλήσαμε για λίγο και για την ίδια, μέχρι που έληξε ο χρόνος μου. Μου χαμογέλασε με νόημα – απροσδιόριστο νόημα, αλλά νόημα. Σηκώθηκα, της άφησα ένα πουρμπουάρ και ξαναβγήκα στους δρόμους. Με πέρασε για χαντούμη, αλλά δε γαμείς… Ακριβώς! Δε γαμείς…

Το κρύο είχε χοντρύνει κι εγώ ήμουν έτσι κι αλλιώς παγωμένος. Τι είχα κάνει πάλι; Άλλη μια αποτυχία! Φαίνεται ότι δε θα τα καταφέρω ποτέ να το κάνω αυτό… Θα τελειώσω, κάποια στιγμή, την επίγεια καριέρα μου μη έχοντας πάει με πόρνη. Δηλωμένη δηλαδή, γιατί ανεπίσημες υπήρξαν πληθώρα… Πάντα θα πιάνω κουβέντα μαζί τους και θα παθαίνω απώλεια στόχου…

Κατέληξα στο λιμάνι, μετά από μια θερμαντική στάση στο Μπουλντόγκ για ένα κρασί και τα παρελκόμενα… Αγνάντεψα την παγωμένη Βόρεια Θάλασσα, της πέταξα τη γόπα από το τσιγάρο μου και σιγοψιθύρισα εκείνο το τραγούδι του Μπρελ που λέει για το ναύτη, τις μπύρες και τις πουτάνες που υποσχέθηκαν την αγάπη τους σε χίλιους άλλους άντρες. In the Port of Amsterdam…

 

Share on Facebook

Βερολίνο, μαλλον Φλεβαρης…

Έπινα το όγδοο Tullamore  στο cafe Esplanade .

Έξω, οι νιφάδες του χιονιού που κατάφερναν να περάσουν από τον θόλο έφταναν μέχρι το υγρό έδαφος και ξαναγίνονταν ξενέρωτο νερό και μάλιστα λασπόνερο. Δυό πιτσιρικάδες παίζανε με την κρούστα πάγου που είχε πιάσει το σιντριβάνι. Σκέφτηκα όλον αυτό τον καιρό που είμαι στο Βερολίνο και το κόλλημα που έχω φάει με αυτό το μαγαζί, που ζει ακόμη με σπασμένα τα γύψινα, ότι απέμεινε από το παλιό Hotel Esplanade εμφιαλωμένο μέσα στο παλιό Sony Center.

Δε μπορούσα να θυμηθώ που το ξέρω αυτό το μαγαζί… Είναι σα κάτι γνωστούς που τους πετυχαίνεις στο δρόμο, τους χαιρετάς και μετά αναρωτιέσαι: «Τον ξέρω το μαλάκα, αλλά από πού;» Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να περνάω και να τα πίνω κάθε βράδυ στο Esplanade, μέχρι να θυμηθώ. Άλλη μια εμμονή, θα μου πείτε, αλλά στο περιβάλλον που ζούσα εκείνη την εποχή, η εμμονή ήταν μία από τις πιο υγιείς καταστάσεις που μπορούσες να βρεις. Ποιο ήταν το περιβάλλον αυτό; Σωστά…

Ήμουν ένας από αυτούς που είχαν την «εξαιρετική» τύχη να διαβάζουν τα σενάρια στο Dumkopfhaus. Τι είναι το Dumkopfhaus; Πάλι σωστά… Πάμε από την αρχή:

Λίγο έξω από το Βερολίνο υπάρχει μια νέα περιοχή το Νέο Χόλυγουντ. Ιδρύθηκε από πρόσφυγες αμερικάνους, μετά την μεγάλη επίθεση το 2015 με τον βάκιλο του Άφραγκα, έναν συνθετικό βάκιλο με καταστροφικά αποτελέσματα, αφού το εφέ του στον άνθρωπο είναι ασυγκράτητη μανία ξοδέματος κάθε περιουσιακού στοιχείου σε ποταπές υλικές απολαύσεις. Τότε πολλοί κατεστραμμένοι οικονομικά αμερικάνοι, αλλά και υγιείς προκειμένου να γλιτώσουν ήρθαν στην Ευρώπη. Ιδρύθηκαν με τον τρόπο αυτό πολλές νέες πόλεις και περιοχές σε ολόκληρο τον γνωστό κόσμο.

Το Νέο Χόλυγουντ λοιπόν ξεκίνησε σαν ένας προσφυγικός καταυλισμός άφραγκων παραγόντων του θεάματος από την ομώνυμη πόλη. Γρήγορα η Γερμανική βιομηχανία σκέφτηκε πως είναι η μεγάλη της ευκαιρία για να αναλάβει τα ηνία. Οργανώθηκε λοιπόν σε ελάχιστο χρόνο μια μικρή πόλη – Studio για τις ανάγκες της νέας βαριάς βιομηχανίας της ενωμένης Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή κουλτούρα είχε βρει εν ολίγοις την ευκαιρία να εκδικηθεί για τις χολιγουντιανές πατάτες. Οι κατεύθυνση που θα ακολουθούσε το όλο πράγμα θα ήταν πειραματική και πρωτοποριακή. Εξάλλου τα πάντα είχαν γίνει πια. Τα ενδιαφέροντα σενάρια είχαν προ πολλού τελειώσει και ο κόσμος δεν ενδιαφέρονταν πια καθόλου για τον κινηματογράφο. Ήταν μάλλον το σωστό χρονικό σημείο για να γίνει μια νέα αρχή.

Ένα από τα εργαστήρια που αποτελούν την αιχμή του δόρατος αυτής της προσπάθειας είναι το γνωστό Dumkopfhaus. To χαρακτηριστικό, αυτού του εργαστηρίου, είναι το ότι είναι «άβατο» για τους ψυχικά υγιείς ανθρώπους. Μέσα εκεί ζουν απομονωμένοι από τον έξω κόσμο αρκετοί, αποδεδειγμένα, ψυχικά και διανοητικά διαταραγμένοι άνθρωποι, αλλά μιλάμε για τους πιο «εκτός δικτύου» απ όλους. Το ιατρικό προσωπικό κατευθύνει, όσο είναι δυνατόν, αυτές τις προσωπικότητες στο να παράγουν εικόνες και ιστορίες της αρεσκείας τους. Ειδική ομάδα καταγράφει και επιλέγει το υλικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στη συνέχεια το υλικό αυτό μπαίνει σε μια τράπεζα απ όπου το προμηθεύονται οι διάφοροι σεναριογράφοι – παντοσυνδεσμολόγοι για να το συνθέσουν σε ταινία.

Εγώ λοιπόν, ανήκα στην ομάδα ανάγνωσης των σεναρίων αυτών.

Αγοραφοβία, αδυναμία συγκέντρωσης, σύνδρομα καταδίωξης ,κρίσεις παράνοιας και παραισθήσεις, τα καθημερινά υλικά της δουλειάς μου. Το ξανασκέφτηκα κι ένιωσα πολύ τυχερός που έρχομαι πρώτος σε επαφή με αυτά τα εξωφρενικά πλάσματα της φαντασίας, πειραγμένων – κατά το μέσο όρο – εγκεφάλων.

Ξαναγύρισα στο ποτό μου. Η καλή μου μπαργούμαν το είχε ήδη ανανεώσει όσο ήμουν αφηρημένος. Ξανακοίταξα το κείμενο που είχα μπροστά μου. Το συνήθιζα αυτό, το να δουλεύω στο Esplanade. Όσο περισσότερες ώρες καθόμουν εκεί, τόσο περισσότερες πιθανότητες είχα να θυμηθώ από πού γνωριζόμασταν με αυτό το μαγαζί.

Αυτό που διάβαζα σήμερα ήταν ένα βερμπαλιστικό και χαώδες δεκασέλιδο διήγημα νοσηρής φαντασίας (sick fiction) χωρίς εμφανή σκοπό και στόχο, που έγραψε ο γιός μιας από τις αφεντικίνες μου. Το ονόμαζε «Ο Διονύσης και η Βδέλλα». Ο τύπος έγραφε σαν μανιακός ποίηση και ήταν η πρώτη φορά που κατόρθωσε να γράψει κάτι πεζό. Το έγραψε σε δώδεκα λεπτά.

Προσπάθησα να βυθιστώ και πάλι στο κείμενο και το μάτι μου έπεσε σε μια σειρά που έγραφε πως ο ήρωας προσπαθούσε να τραγουδήσει το From Her to Eternity. Κόλλησα…ένιωσα ότι μου έρχεται ο σύνδεσμος που έλλειπε με το Esplanade. Ήταν εκεί κάπου σφηνωμένος μέσα στους αύλακες του εγκεφάλου αλλά δεν κατέβαινε!

Έβαλα το παλτό, το κασκόλ και τα γάντια κι άφησα στην κοπέλα του μπαρ τριάντα Uni, δηλαδή καμιά εκατοστή Euro. Βγήκα έξω. Άρχισα να παίζω με τα ορατά μου χνώτα, καθώς ξεκίνησα να περπατάω προς τα κει που φαινόταν ο πύργος στην Alexander Platz, χαζεύοντας και κάτι ψιλές νιφάδες που μάταια προσπαθούσαν να αντισταθούν στη βαρύτητα. Η αγαπημένη μου ποδαράτη βραδινή διαδρομή στο κέντρο: Friedrichstrasse και μετά Unter den Linden. Η κίνηση στους δρόμους ήταν σχετικά αραιή για την ώρα μιας κι έπαιζε ο τελικός του τηλεπαιχνιδιού «Τοξικές Ουρομαχίες» στο ZDF και όλος ο κόσμος ήταν καθηλωμένος στις τηλεοράσεις του. Μια ωραία αλλά εμφανώς πειραγμένη τύπισσα έγραφε κάτι κυριλλικά με σπρέι στη τζαμαρία των Galleries La Fayette του Nouvell.

Με το μυαλό μουδιασμένο από το Tullamore και τη βουτιά στη μαύρη τρύπα της μνήμης μου, δεν κατάλαβα πότε έφτασα στο Telecafe, εκεί ψηλά στον πύργο. Στάθηκα μπροστά στο τζάμι και κοίταξα το Βερολίνο που για άλλη μια φορά μου φαινόταν σα μακέτα, 200 περίπου μέτρα παρακάτω. Το Νησί των Μουσείων ήταν μπροστά μου και πάλι, σα να επέμενε να το επισκεφτώ, αλλά εγώ ο αχαΐρευτος… Πες ότι είναι άλλη μια εμμονή. Δε μπορώ τα μουσεία…

Ζήτησα από το μπαρ ένα ποτό και συνέχισα να κοιτάζω από ψηλά… Και ο συνδετικός κρίκος βρέθηκε.

Θυμήθηκα τους αγγέλους στα «Φτερά του Έρωτα» του Βέντερς. Και την συναυλία του  Nick Cave, … Αυτό ήταν! Από κει γνωριζόμασταν λοιπόν. Στο café Esplanade του πάλαι ποτέ Ηotel Esplanade της Potsdamer Platz έπαιζε ο Cave, live στην ταινία… τραγουδούσε το Carny. Μάλιστα η μοναδική φωτογραφία που έβγαλα ποτέ από το εσωτερικό του μαγαζιού – μιας και δεν επιτρέπεται – είναι στην ίδια μεριά με την κάμερα. Aυτή με στοίχειωνε…

Ένιωσα μια ζεστή γαλήνη, ανατρίχιασα ελαφρώς και χαμογέλασα… Ήμουν πια ελεύθερος να πάω σε όποιο άλλο καφέ ή μπαρ γούσταρα. Τέλος με το Esplanade. Ξεκίνησα για την Oranienburger strasse, να χαζέψω λίγο τις πόρνες με τις λευκές μπότες και να πιω κανα αψέντι σε κανένα από τα μπαρ που υπάρχουν άφθονα κει γύρω, κρυμμένα λίγο παρακάτω στις αυλές της Hackeschermarkt.

p.s. Στο βίντεο η σκηνή από την ταινία Wings of Desire
Κάτω η φωτογραφία μου…
Το περιστατικό με τη φωτογραφία και την ταινία είναι το αληθινό κομμάτι της ιστορίας, την οποία έζησα την πρώτη φορά που επισκέφτηκα το βερολίνο κάπου στο 2000 – και είχα λίγα χρόνια αργότερα να την διηγηθώ στον Nick Cave, στο Πανελλήνιον του Νίκου Στεφανίδη, μετά από τη συναυλία του στο Βελλίδειο… “Nice story…” he said.

 

Share on Facebook

I ‘ve been… Budapest-ed!

Αγαπητοί και μη, επέστρεψα και τρέχω!
Έτσι λοιπόν, δεν έχω πολύ χρόνο για αναλ-υτική περιγραφή, του ταξιδιού στη Βουδαπέστη, θέλω όμως να πω πως έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να αποτρέψω την οικονομική κατάρρευση της χώρας! Δεν ήμουν ωστόσο αρκετός!

Θέλω να σημειώσω μόνο την εξαιρετική κουζίνα, τα αξιοπρεπή κρασιά και το ότι η πόλη είναι μάλλον απαγορευτική-οικονομικά, για το μέσο βουδαπεστιανό που θέλει να το ρίξει λίγο έξω και να πιεί ένα ποτηράκι παραπάνω, βρε αδερφέ!

Αν εξαιρέσεις τους ταρίφες, που…

1. Ανήκουν δεν ξέρω κι εγώ σε πόσες διαφορετικές εταιρείες, με άλλα κόμιστρα η κάθε μία!
2. Θα προσπαθήσουν να σε κλέψουν, στις περισσότερες περιπτώσεις!
3. Ψαρώνουν με το αυστηρό ύφος όταν τους ενημερώσεις ότι δεν τα τρως αυτά και τον πήρες χαμπάρι ότι κλέβει!
4. Είναι έτσι κι αλλιώς ακριβοί!
(αποτέλεσμα να μην ξέρεις ποτέ πόσο θα κοστίσει μία διαδρομή)

…ο υπόλοιπος κόσμος ήταν ευχάριστος και χαρμόσυνος!

p.s. Οι βουδαπεστιανές θεές είναι μάλλον είδος υπό εξαφάνιση, αφού μπόρεσα να συλλέξω ελάχιστα δείγματα, μερικές εργαζόμενες σε καταστήματα και μερικές προνομιούχες σε νυχτερινά μαγαζιά!
Τα escort servises στα τοπικά έντυπα καταναλώνουν πάντως μισό αμαζόνιο σε χαρτί!

Σας αφήνω στα τρυφερά χέρια των εικόνων!





Share on Facebook

Καλα κρασια (λιγα ακόμη…)

Αυτό το άρθρο έρχεται σα συνέχεια από το ποστ για το Bordeaux και το ταξίδι μου στην γύρω περιοχή.

Έχουμε λοιπόν εδώ φωτος από το Saint Emilion ένα ακόμη κακάσχημο χωριό, πνιγμένο στα αμπέλια.
Τα κρασιά και αυτής της περιοχής επίσης δε χρειάζονται περιγραφή, ενώ μεγάλο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι κανα χιλιομετρο και κάτι έξω από το χωριό και το τρένο σε αφήνει στη μέση του πουθενά.
Οπότε, αν δεν έχεις ενημερωθεί, σκέφτεσαι πολύ έντονα ότι τον έχεις πιεί και θα τρέφεσαι με αμπελόφυλλα μέχρι να σε ανακαλύψουν!








users online

Share on Facebook

A Storm in Toulouse – ταξίδι

Συνεχίζω σήμερα την κατάθεση φωτογραφιών από άσχημα μέρη τα
οποία επισκέφτηκα στις διακοπές! Σειρά αυτή τη φορά έχει η Toulouse!

Από τη βάση, δηλαδή το Bordeaux (βλ αντίστοιχο ποστ ), με το TGV ήταν ένα δίωρο
δρόμος! Η πόλη, όπως βλέπετε δεν βλέπεται, ωστόσο δεν είχε καμία σχέση με την
ηρεμία του Bordeaux.

Κρασιά
και φαγητό παρέμειναν τοπ και την εικόνα ήρθε να δέσει ένα πανέμορφο καταιγίδι,
που μου έδωσε μία από τις πιο αγαπημένες μου φωτογραφίες, που έχω βγάλει ποτέ,
αυτήν παρακάτω, την πρώτη!

Έχω άδικο που βαριέμαι οικτρά τους καταγάλανους ουρανούς?

Share on Facebook

Carcassonne – Η κατάρα του τουρίστα!

Όπως είπα στο προηγούμενο άρθρο, για το Bordeaux , έκανα αρκετές εκατοντάδες χιλιομέτρων στις γύρω – και όχι πολύ γύρω – περιοχές. Μία από τις βόλτες ήταν στο λεγόμενο Carcassonne, μία πόλη – κάστρο ένα TGV τρίωρο μακριά…

Το ενδιαφέρον για το πράγμα προέκυψε όταν είδα φωτογραφίες από το σκηνικό σε ένα βιβλίο. Με τη διαφορά ότι το βιβλίο δεν περιέγραφε το γεγονός ότι στην περιοχή επιτίθενται καθημερινά εκατομμύρια τουρίστες και τα πανέμορφα μεσαιωνικά σοκάκια είναι γεμάτα με αηδίες λαϊκής τέχνης κλπ… Γαμώ την UNESCO μου μέσα και τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς!

Στα θετικά, βάζω:

-Το εξαιρετικό τοπίο

-Το γεγονός ότι δε συναντάς έλληνες που συνηθίζουν να γκαρίζουν και να κάνουν αισθητή την παρουσία τους από μίλια μακριά!

-Ένα σούπερ μαγαζάκι, χωμένο σε ένα στενό, λίγο απόμερα όπου τρία γκουρμέ πιατάκια (φουα γκρα, τυριά κλπ) και ένας αφρώδης επιτραπέζιος οίνος (sic) κόστισαν σε 4 άτομα 50 €. Σε αντίστοιχο τουριστικό στην Ελλάδα θα σε τρέχανε για πρωκτοσκόπιση, μετά το λογαριασμό…

-Οι άνθρωποι παραμένουν ευγενέστατοι και δε δείχνουν, τουλάχιστον, ότι σε βλέπουν σα μεζέ!

Τα αρνητικά δε θέλουν ανάλυση. Θέλω μόνο να μοιραστώ μαζί σας ένα όραμα που είχα:


Εικόνα μίας σύγχρονης πολιορκίας, όπου οι τουρίστες προσπαθούν να μπουν στην πόλη και οι ντόπιοι πάνω από τα τείχη να τους πετάνε διάφορα (βλ. πολιορκία στο κάστρο των γάλλων στο
Monty Python and the Holy Grail)

Και για να προλάβω τους κακεντρεχείς, ναι κι εγώ τουρίστας ήμουν και σε μένα ας πετούσαν πράγματα!

Πάρτε τώρα και μερικές φωτος για να δέσει η ξενάγηση:






users online

Share on Facebook

Μερικές BORDEAUX εικόνες… (& αρκετό κρασί)

Από σήμερα λοιπόν, αρχίζω τη δημοσίευση φωτογραφιών, από τα άσχημα και ελεεινά μέρη που επισκέφτηκα, αποφεύγοντας κατά το δυνατό, για μία ακόμη φορά, το ελληνικό καλοκαίρι και ό,τι αυτό συνεπάγεται…

Επειδή οι φωτογραφίες είναι εκατοντάδες και τα μερη αρκετά, θα τα διαχωρίσω και θα τα ποστάρω χωριστά. Ξεκινώ με την πόλη του Bordeaux, για την οποία θα πω κατ αρχήν, ότι με το που βγαίνεις από το ξενοδοχείο, σου δημιουργεί αυτό το αίσθημα που βρίσκεται ακριβώς στην άλλη πλευρά της σφαίρας των συναισθημάτων, από αυτό που παθαίνεις βγαίνοντας σε μία ελληνική πόλη. Ηρεμία! Τέλος!

Όπως αντιλαμβάνεστε δεν είμαι ακόμη σε θέση να γράψω κατεβατά, αφήνω μόνο μερικά βασικά τιπς και για ό,τι σας ενδιαφέρει, υπάρχουν και τα σχόλια!

Η πόλη λοιπόν, όπως συνηθίζεται έξω είναι μια κούκλα και έγινε ακόμη καλύτερη τα τελευταία χρόνια, που ένας δήμαρχος έκανε δραστικές αλλαγές, έστειλε στον αγύριστο τα αυτοκίνητα από το κέντρο και έκανε διάφορες παρεμβάσεις εξωραϊσμού!

Ο κόσμος κουλ και χαμογελαστός, τα κρασιά τι να λέμε, τα φαγητά επίσης και η αγορά εξαιρετική (δεν έχω γνώμη επί του θέματος – έτσι μου είπαν τα τρία θηλυκά όντα που είχαν το σθένος και το κουράγιο να συνοδεύσουν την ανόητη ύπαρξη μου).

Στα συν, οι ατελείωτες εκδρομές που μπορείς να κάνεις αυθημερόν στη γύρω περιοχή (εγώ απομακρύνθηκα μέχρι και 300 βάλε χιλιόμετρα)

Πάμε να παίξουμε φωτογραφίες:

Miroir d eau: Ο καθρέφτης από νερό!
Μια απλή ιδέα, με μία έκταση 2 στρεμμάτων περίπου, στρωμένη με μαύρο γρανίτη, όπου το παιχνίδι με το νερό, τη μετατρέπει πότε σε καθρέφτη και πότε σε εξωπραγματικό ομιχλώδες τοπίο!

Συγκοινωνία:
Κέντρο της πόλης, ώρα αιχμής… Η γνωστή εικόνα που ζούμε καθημερινά…

Ο ποταμός Γαρούνας
(γουρούνα τον έλεγα) και η κλασσική άσχημη γέφυρα…

κυκλοφορούν και αυτοκίνητα σε κάποιους δρόμους…
Τόσο ώστε να κινδυνεύεις να σε πατήσουν, γιατί ξεχνάς την ύπαρξη τους!

Place de Burse
Ασχήμια…

View from my window
όταν την τελευταία βραδιά έκανα μπαρ τη σοφίτα και ξεκλήρισα το mini bar…

Για τα κρασιά δεν έχω να πω κουβέντα…
Την υπέροχη φωτό, τράβηξε η φίλη Ειρήνη

Share on Facebook